Sunday, April 22, 2018

Μωραίνει Κύριος...


Καλά, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης δεν υπάρχει ούτε ένας εχέφρων άνθρωπος; Να πείσει τους άλλους, πως κι αν ακόμα η απονομή τίτλου επίτιμου διδάκτορα στον ιστορικό Χάιντς Ρίχτερ ήταν λάθος, η αφαίρεση αυτού του τίτλου είναι ακόμα μεγαλύτερο;

Η υπαναχώρηση του πανεπιστημίου ελάχιστα αγγίζει το πρόσωπο και το έργο του Ρίχτερ (που έχει πια ολοκληρωθεί) ενώ τραυματίζει ανεπανόρθωτα το κύρος και την σοβαρότητα του ιδρύματος. Τι συνέβη μεταξύ αναγόρευσης και απόσυρσης; Μήπως καταδικάστηκε για ατιμωτικό κακούργημα ο ιστορικός;

Έστω ότι κακώς απονεμήθηκε ο τίτλος: Το αποσιωπάς και το ξεχνάς. Δεν δίνεις στον ίδιο άνθρωπο μία απροσδόκητη αλλά ανεπανάληπτη διάκριση. Δεν του επιτρέπεις να λέει πως είναι ο δεύτερος Γερμανός που «τιμήθηκε» με τέτοιο τρόπο. Δεν τον βάζεις παρέα με τον Τόμας Μαν, που του αφαίρεσαν τον τίτλο οι Ναζί!

Το γιατί δόθηκε ο τίτλος είναι εύλογο: 33 βιβλία (τώρα έγιναν 34: κυκλοφόρησε η ιστορία του ΚΚΕ) και πάνω από 200 δημοσιεύματα του Ρίχτερ αφορούν την Ελλάδα. Βραβεία, διακρίσεις, παράσημο από τον ΠτΔ. Μπορεί να μην συμφωνεί κανείς με όλες τις απόψεις του, όμως το έργο του είναι τεράστιο και πλούσιο σε ευρήματα και κρίσεις. Σαν μαμούνι ακούραστο έψαξε, ανέλυσε και κατέγραψε. Ξεφούσκωσε μερικούς μύθους της νεότερης ελληνική ιστορίας – πράγμα που πολλοί δεν του συγχώρεσαν.

Και τι έγινε με την Κρήτη; Γράφοντας για την Μάχη της Κρήτης έγραψε μερικά πράγματα που δεν άρεσαν στους Κρητικούς. Οι οποίοι ως γνωστόν, δεν σηκώνουν πολλά-πολλά. Όπως υποδέχθηκαν τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές το 41, έτσι αντέδρασαν και στον ιστορικό μας.

Στις αρχές της δεκαετίες του 60 υπηρετούσα τη θητεία μου στο ναύσταθμο της Σούδας (ΑΚΙΠ). Εκεί συνάντησα ανθρώπους που είχαν πολεμήσει ηρωικά στην Μάχη της Κρήτης και καυχιόντουσαν πόσους τραυματισμένους Γερανούς αλεξιπτωτιστές είχαν αποτελειώσει και με ποιον τρόπο. Αυτά βέβαια μπορεί να τα λένε (και να τα γράφουν ενίοτε) οι Κρητικοί, αλλά όχι και Γερμανοί ιστορικοί!

Άλλο θέμα που ενοχλεί είναι οι περίπτωση των αντιποίνων στην αντίσταση. Πολλές αντιστασιακές πράξεις ήταν σωστές και χρήσιμες (π.χ. ο Γοργοπόταμος). Άλλες ήταν άχρηστες και ανόητες. Και τελικά ενώ έβλαψαν ελάχιστα τους κατακτητές, τους οδήγησαν σε αντίποινα που έβλαψαν περισσότερο τους Έλληνες. Π. χ. για τον τουφεκισμό των διακοσίων στην Καισαριανή (αναμεσά τους και ο πραγματικός ήρωας Σουκατζίδης) πόσο ευθύνονται και οι Έλληνες, που ενώ ουσιαστικά είχε λήξει ο πόλεμος, σκότωσαν τον Γερμανό στρατηγό Κρεχ και την συνοδεία του, γνωρίζοντας βέβαια ότι θα υπάρξουν άγρια αντίποινα;

Τέτοια και άλλα δυσάρεστα θέματα θίγει ο Ρίχτερ στο βιβλίο του για τη «Μάχη της Κρήτης». Οι υπερπατριώτες που εξεγέρθηκαν και άσκησαν τρομακτική πίεση στο Πανεπιστήμιο, δεν έκαναν καλό ούτε στην πατρίδα τους, ούτε στο Ίδρυμα. Φοβάμαι πως, όπως έχασαν την δίκη στο δικαστήριο, θα χάσουν και την δίκη της Ιστορίας…

(Τα κείμενα του doncat πρωτοδημοσιεύονται στο "Βήμα" της Κυριακής).

Sunday, April 15, 2018

Χριστός Ανέστη... / ...από την κόψη…


«Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου… Είναι το όπιο του λαού».

Κάρολος Μαρξ, στην εισαγωγή της «Κριτικής στην Εγελιανή φιλοσοφία του Δικαίου».

Σε αυτή τη χώρα, όπου κυβερνά μία αριστερή κυβέρνηση, πόσο σπάνια πια ακούγεται το όνομα του Μαρξ! Και δίκαια: Ο Μαρξ ήταν ορθολογιστής, τέκνο του διαφωτισμού και (ω! της ύβρεως!) πολιτικά φιλελεύθερος! Αλλά πόσοι από τους μαρξιστές μας έχουν πραγματικά διαβάσει Μαρξ;

Βέβαια, όπως κάθε προφήτης, και ο Μαρξ προδόθηκε από τους επιγόνους του. Έτσι ο Μαρξισμός έγινε ιδεολογία. Ένα κλειστό, δογματικό σύστημα πίστης. Δηλαδή …θρησκεία. Κι ο Μαρξ, από επιστήμων που ήθελε να είναι – έγινε προφήτης.

Ως ιδεολογία, ο Μαρξισμός πολέμησε την θρησκεία – πράγμα απόλυτα φυσικό: Ήταν άμεσοι ανταγωνιστές. Πουλούσαν την ίδια πραμάτεια: δόγμα, τυφλή πίστη με υπακοή, και όραμα λύτρωσης. 

Και όπως είπε ο άλλος προδομένος προφήτης, ο Ιησούς: «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν».

Όμως, όταν άρχισε να καταρρέει ο «υπαρκτός» σοσιαλισμός (τι ευφημισμός!) και η ιδεολογία της Αριστεράς άρχισε να μπάζει νερά από παντού, έγινε το μέγα παράδοξον. Η Αριστερά έγειρε προς τα δεξιά και ακούμπησε τη θρησκεία και το έθνος. Π. χ. ο Μιλόσεβιτς, από φανατικός κομμουνιστής έγινε πιστός ορθόδοξος και εθνικιστής… Μέγα παράδειγμα μεταστροφής ο τέως καγκεμπίτης Πούτιν (που τόσο θαυμάζεται στην Ελλάδα). Προσκυνάει και σταυροκοπιέται σαν γριούλα μπάμπουσκα.

Φυσικά για την Ελλάδα το πράγμα ήταν πολύ εύκολο. Η εκκλησία μας, αφού πολέμησε με κάθε τρόπο τον ελληνικό διαφωτισμό, τον Ρήγα και την Επανάσταση – και έχασε – έβαλε  μπροστά τον παντοδύναμο προπαγανδιστικό της μηχανισμό για να βγει πάλι μπροστά. Δημιούργησε τους μύθους της Αγίας Λαύρας, του Κρυφού Σχολειού, κλπ. και κατάφερε να θεωρηθεί ως πρωτεργάτης μίας εξέγερσης, την οποία είχε αφορίσει!

Όταν ανέβηκε στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ, μέσα στο μαύρο σκότος που έβλεπα να πλησιάζει, ξεχώριζα ένα ίχνος φωτός. Η κατηγορηματική επαγγελία  περί «χωρισμού κράτους και εκκλησίας» σε όλες τις διακηρύξεις του νέου κόμματος, μου έδινε μία ελπίδα.

Μάταια. Μόλις και ο ΣΥΡΙΖΑ είδε τα σκούρα, ακολούθησε την γνωστή συνταγή. Το Άγιον Φως, η Αγία Ζώνη και το όποιο παρατρεχάμενο λείψανο, εξακολούθησε να γίνεται δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους (εξόδοις όλων των φορολογουμένων). Στα σχολεία συνεχίζεται η κατήχηση – αντί για την θρησκειολογία. Οι ιεράρχες δικαιούνται να παραβαίνουν ατιμώρητοι τους νόμους και να κηρύσσουν το μίσος (αντί για την αγάπη) ενώ το αποτεφρωτήριο, που ψηφίστηκε πριν 12 χρόνια, δεν θα γίνει ποτέ.

Και προχθές, σε ένα αποκορύφωμα θρησκευτικού εθνολαϊκισμού, άκουσα τον Αρχιεπίσκοπο, στην λειτουργία της Ανάστασης, να διακόπτει το «Χριστός Ανέστη» για να τραγουδήσει τον Εθνικό Ύμνο, (στέλνοντας ρίγη συγκινήσεως στο χριστεπώνυμο ποίμνιο).

Δεν ξέρω αν αυτό γίνεται σε άλλο κράτος (ίσως στο Ιράν;). Να διακοπεί η ακολουθία μίας πανανθρώπινης θρησκείας  («Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ») για να προβληθεί ένα εθνικό σύμβολο.

Δεν είμαι βέβαια πιστός – ωστόσο ντρέπομαι και για την εκκλησία και για το κράτος, όταν καταφεύγουν σε ένα τέτοιο ένοχο αγκάλιασμα…

Saturday, April 07, 2018

Η απορία του ληστή (2)


Από μικρό παιδί, όταν άκουγα τα Ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης ένιωθα συμπάθεια για τον αντιπαθέστερο ληστή. Όχι εκείνον που είπε το περίφημο «Μνήσθητί μου Κύριε…», αλλά τον άλλο που «εβλασφήμει... λέγων: ει συ ει ο Χριστός, σώσον σεαυτόν και ημάς».

Αυτόν δεν τον πήρε μαζί του ο Ιησούς στον Παράδεισο, όπως τον πιο θεοφοβούμενο ομότεχνό του («...σήμερον μετ'εμού έση εν τώ παραδείσω»). Τότε έβρισκα άδικη αυτή την προτίμηση. Γιατί να μην αξιωθεί κι ο άλλος αμαρτωλός την σωτηρία; Έστω κι αν είχε «βλασφημήσει». (Πού; Πώς; Κι αυτό μου φαινόταν ασαφές.)

Δεν ξέρω πόσο καλά θυμόσαστε τη σκηνή (Λουκ. κγ' 39-44): Στον «Κρανίου Τόπον» σταυρώνεται ο Ιησούς, μαζί του και οι δύο «κακούργοι». «Ον μεν εκ δεξιών ον δε εξ αριστερών». Ο πρώτος κάνει τη βλάσφημη ερώτηση. Ο δεύτερος τον επιπλήττει: «Ουδέ φοβεί συ τον Θεόν;...». Εμείς, συνεχίζει, δίκαια τιμωρούμεθα «ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε.» Και, στρεφόμενος προς τον Ιησού: «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου».

Τώρα, μετά τόσα χρόνια, μπόρεσα να εντοπίσω την δυσφορία μου. Ο «βλάσφημος» ληστής, με την ωμή, πραγματιστική απορία του, εκφράζει κάτι πολύ ανθρώπινο: τον ορθό λόγο. Τιμωρείται επειδή σκέπτεται λογικά – με τον τρόπο δηλαδή που είμαστε προγραμματισμένοι να λογιζόμαστε.

Γιατί, όσο κι αν φαίνεται αφελής η ερώτησή του, δεν παύει να είναι ακλόνητα λογική. Δεν αρνήθηκε, ούτε καν αμφισβήτησε την θεότητα του Ιησού. Την έθεσε σε απορητική δοκιμασία. (Αν...) Η βλασφημία του ήταν ότι δεν μπόρεσε να δεχθεί σαν δεδομένο το απίθανο - το ότι σταυρώνεται δίπλα του ο …Υιός του Θεού!

Αν μάλιστα προεκτείνει κανείς περισσότερο την απορία του ληστή, μπορεί να περιλάβει όλο το «παράδοξο» (που θα έλεγε ο Kierkergaard) ή το «παράλογο» (absurdum, Τερτουλλιανός) του Χριστιανισμού. Γιατί ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός έπρεπε να διαλέξει ένα τόσο έμμεσο, περίπλοκο (και παράξενο!) δρόμο για την λύτρωση του ανθρώπου;

Ενανθρώπιση, Σταύρωση, Ανάσταση - τόσα θαύματα παρά την λογικήν - κι ακόμα ο πόνος κι η οδύνη περισσεύουν!

Βέβαια ο ληστής, αν ήταν διανοούμενος, θα μπορούσε να πει με τον Τερτουλλιανό: «δύναμαι να το πιστέψω, επειδή είναι ανόητο (quia ineptum est)» ή «το θεωρώ σίγουρο διότι είναι αδύνατο (quod impossibile est)». Μη ων σοφός, είπε αυτό που θα έλεγε κάθε άνθρωπος, ακολουθώντας τους νόμους της σκέψης. Είπε (κι αυτό μέσα στον πόνο, στο μαρτύριό του): «Αν είσαι ο εκλεκτός, τότε σώσε τον εαυτό σου και μας». Και για αυτή του τη σκέψη, δεν αξιώθηκε τον Παράδεισο.

Ίσως ξενίζει που ονομάζω αυτόν τον άξεστο άνθρωπο, ορθολογιστή. Όμως η πρόταση «αν... τότε» βρίσκεται στη βάση κάθε ανθρώπινης συλλογιστικής και επιστήμης. Η (όποια) θεωρία ξεκινάει με μία υπόθεση (αν) και ολοκληρώνεται με κάποια δοκιμή (τότε). Ο ληστής, όπως κι ο άλλος ορθολογιστής, ο Θωμάς, γύρευε κάποια απόδειξη. (Αν και, μέσα στο μαρτύριό του, μπορεί ακόμα περισσότερο να ζητούσε μια σωτηρία.)

Θαυμάζω αυτούς που, σαν τον καλό ληστή, πιστεύουν στο απίθανο χωρίς αποδείξεις. Αλλά, φυσικά, συμπαθώ όσους μου μοιάζουν. Σαν τον «κακό» ληστή. Φοβάμαι πως, στην θέση του, τα ίδια θα έλεγα (αν τα κατάφερνα να μιλήσω. Δεν αντέχω τον πόνο.) Έστω, θα τα σκεφτόμουνα. Και θα έχανα τον Παράδεισο.

Κι ας μην σκεφθεί κανείς πως δεν εκτιμώ το κήρυγμα της Αγάπης. Ίσα-ίσα, που είμαι φανατικός οπαδός της. Ακριβώς επειδή υπάρχει ο πόνος στον κόσμο κι επειδή είναι παράλογος (κι ο πόνος κι ο κόσμος) η αγάπη είναι η μόνη καταφυγή.

Και γι’ αυτό (επειδή πιστεύω στην αγάπη) τρέφω ακόμα την παλιά παιδική μου πεποίθηση. Πως ο Χριστός, αφού τέλειωσαν όλα, θα ξαναθυμήθηκε και τον «κακό» ληστή. Και θα τον φώναξε κοντά του, στον Παράδεισο.

(Βήμα 4.5.1986 – μικρές περικοπές).

Sunday, April 01, 2018

Πάσχα στην Κέρκυρα



Από το 1965 μέχρι το 1995, τριάντα ολόκληρα χρόνια, έκανα Πάσχα στην Κέρκυρα.

Θυμάμαι την πρώτη μου εμπειρία. 1965, από την «Κακιά Σκάλα» για την Κόρινθο, μετά παραλιακός δρόμος, από χωριό σε χωριό, 
μέχρι την Πάτρα. Κατάκοπος ψάχνω για ξενοδοχείο. Την δεύτερη μέρα κατορθώνω να φτάσω αργά το απόγευμα, μέσω Ιωαννίνων, στην Ηγουμενίτσα. Περνάω με το τελευταίο φέρυ. Φίλοι μού είχαν κλείσει ξενοδοχείο επάνω στο Λιστόν. Πέφτω ξερός να κοιμηθώ.

Το πρωί ξυπνάω με μουσικές. Το δωμάτιο γωνιακό: από το ένα παράθυρο ακουγόταν η Παλαιά Φιλαρμονική – από το άλλο η Νέα. Στο βάθος «σονάρουν» κι άλλες μπάντες. Είναι Κυριακή των Βαΐων, όπου κατεβαίνουν όλες οι φιλαρμονικές των χωριών – καμιά σαρανταριά τότε – στην πόλη, για την μεγάλη παρέλαση. Γαστούρι και Σκριπερό, Άνω Κορακιάνα και Λευκίμμη. Ευωδιές άνοιξης από παντού.

Ερωτεύομαι την Κέρκυρα.

Ο έρωτας κρατάει ακόμα. Μόνο που από ένα σημείο και πέρα, οι εραστές γίναμε τόσοι πολλοί, που ήταν αδύνατο να τους αντέξεις. 

Έτσι πια φέρνω την Κέρκυρα στο σπίτι μου μέσα από το Διαδίκτυο, ή παίζω βίντεο που τράβηξα τότε. Ακούω τον διάσημο «Αμλέτο» από δίσκους που είχε την καλοσύνη να μου στείλει η Φιλαρμονική Εταιρία Κερκύρας. Μου λείπει βέβαια η φύση, με τις μυρωδιές της.

Την τελευταία χρονιά που πήγα ήταν τέτοια η πολυκοσμία που δεν μπόρεσα καν να ακούσω τις αγαπημένες μου μουσικές στη λιτανεία του Μεγάλου Σαββάτου. Το Λιστόν, η μεγαλύτερη πλατεία της χώρας, είχε γεμίσει ασφυκτικά δύο ώρες πριν. 

Αγανάκτησα τόσο, που έφυγα το μεσημέρι κι έκανα Ανάσταση στο σπίτι μου.

Εδώ και αρκετά χρόνια, κάθε λίγο, σβήνω ένα όνομα από τον κατάλογο των αγαπημένων προορισμών. Το 1995 έσβησα την πασχαλινή Κέρκυρα.

Εντάξει, ομολογώ ότι γερνάω και γίνομαι λιγότερο ανεκτικός. Αλλά όσο κι αν είναι ευλογία ο τουρισμός για τους περισσότερους (και για τη χώρα) για μερικούς παράξενους είναι κατάρα. Θυμάμαι ερημικές παραλίες στη Μύκονο όπου κάναμε μπάνιο γυμνοί. Πριν πενήντα χρόνια…

Ευτυχώς η Ελλάδα είναι ανεξάντλητη σε τοποθεσίες και ωραίους προορισμούς. Αν έχετε ένα φουσκωτό, μπορείτε ακόμα να ανακαλύψετε έρημες παραλίες – μέχρι  και σε διάσημα νησιά.

Αλλά η Κέρκυρα εκείνων των χρόνων παραμένει στην μνήμη μου ως η άλλη όψη του Παραδείσου. Στο έρημο τότε Σιδάρι υπήρχε ακόμα το Canal dAmour (το γκρέμισαν μετά, τα κύματα και οι επισκέπτες). Στο Γκολφ έπαιζαν μόνοι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Γεώργιος Ράλλης. Η Σίσι στοίχειωνε ακόμα το Αχίλλειο και η Παλιά Πόλη ήταν γλυκύτατη το βράδυ. Ανάμεσα στα καντούνια από μακριά άκουγες καντάδες. Κι αν κάτι χρωστάω στην Εθνοσωτήριο Επανάσταση, ήταν πως το 1967 ήμουν σχεδόν ο μόνος επισκέπτης του νησιού.

Κάθε φορά που ξανάρχεται το Πάσχα, εγώ, νοητικά, βρίσκομαι στην Κέρκυρα. Και θα ήθελα να συνεχίσω για μία αιωνιότητα. 

Οι στάχτες μου βέβαια θα πάνε στο προγονικό μαυσωλείο, στην Ερμούπολη. 

Αλλά, αν υπάρχει Θεός πανάγαθος, η ψυχή μου θα αιωρείται σε μία – αιώνια ανοιξιάτικη – Κέρκυρα. Όπου, ανάμεσα στα σύννεφα, θα αντηχεί μακρινός ο «Αμλέτος»…